top

“Πρωϊνή” - 3 Ιουλίου 1998

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ 34η ΣΥNEΛΕΥΣΗ ΤOΥ OΡΛΑΝΤO

Οι κρίσεις της Εκκλησίας μας ανατρέχοντας στις Κληρικολαϊκές

   NEA YOΡΚΗ.- Του ΑΠOΣΤOΛΗ ΖOΥΠΑΝΙΩΤΗ

Στα εβδομήντα έξι χρόνια από την ίδρυσή της, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής έχει πραγματοποιήσει 33 Κληρικολαϊκές Συνελεύσεις, οι οποίες έχουν διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στη ζωή της. Καθώς αποτελούν το ανώτατο όργανο της εδώ Εκκλησίας μας, επί παντός θέματος πλην κανονικού (για τα οποία αποφασίζει η Ιερά Σύνοδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο), οι κληρικολαϊκές έχουν συνδεθεί με τις σημαντικότερες στιγμές της Ιεράς Αρχιεπισκοπής.

Καθώς λοιπόν αύριο ξεκινούν στο Ορλάντο οι εργασίες της 34ης Κληρικολαϊκής Συνέλευσης, θα ήταν αρκετά χρήσιμη μία αναδρομή στο παρελθόν, με τη βοήθεια του βραβευθέντος από την Ακαδημία Αθηνών βιβλίου του επισκόπου Κομάνων, Γεωργίου Παπαϊωάννου, "Η Οδύσσεια του Ελληνισμού της Αμερικής".

Από το 1864 που θεμελιώθηκε ο πρώτη ελληνική εκκλησία στην Αμερική (ο ναός της Αγίας Τριάδας στη Νέα Ορλεάνη) μέχρι το 1916, στις ΗΠΑ έχουν κτισθεί 59 ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες, για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των Ελλήνων μεταναστών. Οι εκκλησίες αυτές - όπως και όλες οι εκκλησίες της διασποράς έχουν από το 1908 υπαχθεί με πατριαρχικό τόμο, στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδας, χωρίς όμως, για τουλάχιστον δέκα ακόμη χρόνια, να έχουν μέχρι τότε ληφθεί οποιεσδήποτε αποφάσεις σχετικά με τη διοίκηση και οργάνωση της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Νέο Κόσμο. Ίσως μάλιστα την πρωτοκαθεδρία των Ορθοδόξων στην Αμερική να την κατείχαν μέχρι σήμερα οι Ρώσοι, αν το 1904 δεν αντιδρούσαν έντονα τα ελληνικής καταγωγής μέλη της κοινότητας της Αγίας Τριάδας Νέας Υόρκης στον ρωσικό κίνδυνο και δεν υπήρχε μία εφημερίδα, η "Ατλαντίς", να μπει μπροστάρης στον αγώνα και να κατορθώσει να πείσει τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης Τσαρλς Έβανς Χιού, να μην υπογράψει το σχετικό νομοσχέδιο, που έδιδε στη ρωσική Εκκλησία το δικαίωμα να εκπροσωπεί όλες τις ορθόδοξες δικαιοδοσίες.

Ένα χρόνο αργότερα, η Ελληνική Ορθοδοξία αναγνωρίζεται ως νομικό πρόσωπο, υπό τον τίτλο "Ελληνική Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία".

Αλλά και το ότι η Εκκλησία μας αποτελεί επαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ίσως να οφείλεται επίσης σε συγκυρία και δη στην ανάδειξη στον Πατριαρχικό Θρόνο του εκδιωχθέντος ως "βενιζελικού" Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Μελέτιου Μεταξάκη.

ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΛΗΡΙΚΟΛΑΙΚΗ

Μόλις ο αείμνηστος Μελέτιος εξελέγη το 1918 Μητροπολίτης Αθηνών, γράφει ο επίσκοπος Γεώργιος Παπαϊώάννου, παρά το πλήθος των προβλημάτων της ελλαδικής Εκκλησίας, επελήφθη της υποθέσεως της Ομογένειας στην Αμερική. Έτσι, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου αποφασίσθηκε η αναδιοργάνωση της Εκκλησίας στην Αμερική, και σε υλοποίησή της ταξίδευσε ο ίδιος στις ΗΠΑ, μαζί με τον επίσκοπο Ροδοστόλου Αλέξανδρον κι ορισμένους κληρικούς. Ο Μελέτιος Μεταξάκης παρέμεινε 82 ημέρες στην Αμερική, αφήνοντας πίσω ως υπεύθυνο επίσκοπο τον Αλέξανδρο, για να συνεχίσει την αναδιοργάνωση.

Μετά την ήττα των Βενιζελικών, στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, ο Μελέτιος εκδιώκεται με απόφαση της κυβέρνησης (που επανέφερε τον έκπτωτο Θεόκλητο τον οποίο ο επίσκοπος Αλέξανδρος αρνήθηκε να αναγνωρίσει). Ο Μελέτιος επιστρέφει στην Αμερική αναλαμβάνοντας τη διοίκηση της εδώ Εκκλησίας, ως νόμιμος ηγέτης της Εκκλησίας της Ελλάδας.

Όντας στην Αμερική, ο Μελέτιος με εγκύκλιο που απέστειλε την 21η Αυγούστου 1921, καλεί τους αντιπροσώπους των κοινοτήτων σε κληρικολαϊκή συνέλευση, η οποία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, μεταξύ 13-15 Σεπτεμβρίου 1921. Γράφει σχετικά ο Γεώργιος Παπαϊωάννου:

"H συνέλευσις αυτή αποτελεί σταθμόν διά τον Ελληνισμόν της Αμερικής, όχι μόνο διότι ήτο η πρώτη, αλλά και διότι η συνέλευσις εψήφισε την ανακήρυξιν της εν Αμερική Εκκλησίας, εις Αρχιεπισκοπήν Βορείου και Νοτίου Αμερικής". Η οποία αναγνωρίσθηκε ως νομικό πρόσωπο στη Νέα Υόρκη στις 15 Σεπτεμβρίου 1921. "Η πραξις αυτή, συνεχίζει ο Παπαϊωάννου, ήτο το πρώτον βήμα προς την μελλοντικήν απόσπασιν της Εκκλησίας της Αμερικής από την δικαιοδοσίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος".

Δύο μόλις μήνες αργότερα, στις 23 Νοεμβρίου 1921, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκλέγει τον Μελέτιο Πατριάρχη. Ο οποίος, αναχωρώντας από την Αμερική, καλεί με εγκύκλιο τα μέλη της Εκκλησίας να παραμείνουν ενωμένα υπό τον επίσκοπο Αλέξανδρο.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Πατριάρχη Μελέτιου ήταν να προωθήσει στην Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου την άρση του τόμου του 1908 και την έκδοση νέου τόμου, στις 27 Μαΐου 1922, με την οποία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναλαμβάνει εκ νέου υπό τη δικαιοδοσία του τις Εκκλησίες της διασποράς. Η σύνοδος επίσης εξέλεξε τον Αλέξανδρο ως τον πρώτον Αρχιεπίσκοπον Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ιδρύοντας παράλληλα τρεις επισκοπές, της Βοστώνης, του Σικάγο και του Αγίου Φραγκίσκου.

Η δεύτερη Κληρικολαϊκή Συνέλευση έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου του ιδίου έτους. Το πατριαρχικό σχέδιο οργάνωσης έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και εγκρίθηκε το νέο καταστατικό της Αρχιεπισκοπής. Οι επισκοπές αυξήθηκαν σε τέσσερις (με τη συμπερίληψη της επισκοπής Νέα Υόρκης), η κληρικολαϊκή θα πραγματοποιείται απ' εδώ και στο εξής ανά διετία κι η σύνοδος των επισκόπων θα συνεδριάζει δύο φορές το χρόνο.

Εκείνο το οποίο όμως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος εκλογής των επισκόπων. Γράφει ο επίσκοπος Κομάνων:

"Το πατριαρχικόν σχέδιον είχε ιδιάζουσαν σημασίαν διότι αποκαθίστα την αρχαίαν παράδοσιν εις την εκλογήν των επισκόπων. Η εκλογή θα εγίνετο εις κληρικολαϊκάς συνελεύσεις, με την ψήφο των κληρικών και των λαϊκών επισκόπων και θα επεκυρούτο υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου".

Η δεύτερη Κληρικολαϊκή Συνέλευση εφαρμόζοντας την προταθείσα υπό του Πατριάρχη Μελέτιου διαδικασία, εξέλεξε τους δύο πρώτους επισκόπους: Τον Σικάγου Φιλάρετο και τον Βοστώνης Ιωακείμ.

Η Δ' ΚΛΗΡΙΚΟΛΑΙΚΗ

Η τεταραγμένη από διχόνοιες οκταετής περίοδος του ΑρχιεπισκόπουΑλεξάνδρου, δεν επέτρεψε την κανονική διεξαγωγή Κληρικολαϊκών Συνελεύσεων. Έτσι, από το 1922, μέχρι το 1930 (που απομακρύνθηκε με απόφαση του Οικουμενικού Θρόνου, κατόπιν εισηγήσεως του πατριαρχικού εξάρχου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού) πραγματοποιήθηκε μία μόνο Κληρικολαϊκή Συνέλευση.

Η Δ' Κληρικολαϊκή, που έλαβε χώρα στις 14 Νοεμβρίου 1931, λίγους μήνες μετά την έναρξη της ποιμαντορίας του αείμνηστου Αθηναγόρα στην Αμερική, σηματοδοτήθηκε με την έγκριση νέου καταστατικού χάρτη στην εδώ Εκκλησία. Έτσι, ενώ με το συνοδικό σύστημα του 1922 η Εκκλησία της Αμερικής απολάμβανε ευρείας εξουσίας και αυτοδιοίκησης, ο νέος καταστατικός χάρτης, την επαναφέρει στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η ιερά σύνοδος καταργείται κι οι επίσκοποι παύουν να έχουν ίδια εξουσία, αλλά θεωρούνται βοηθοί επίσκοποι.

Η μεγάλη πλειοψηφία των 300 αντιπροσώπων της Κληρικολαϊκής - η οποία πραγματοποιήθηκε στον ιερό ναό του Ευαγγελισμού της Νέας Υόρκης - υπερψήφισε το σχέδιο που ετοίμασαν από κοινού το Πατριαρχείο κι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας, ο οποίος είπε στους συνέδρους πως είναι πρόωρο να δοθεί αυτονομία στην Εκκλησία της Αμερικής. Μάλιστα για να στηρίξει την άποψή του, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης, επικαλέσθηκε την ανώμαλη κατάσταση του 1922-1930, αλλά και εθνικούς λόγους, λέγοντας ότι ως αυτόνομη, η Ελληνική Ορθόδοξης Εκκλησία θα ήταν δεύτερη τη τάξη στην Αμερική, σε σχέση με την αρχαιότερη Ρωσική Εκκλησία. Ενώ ως επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου θα κατείχε πάντοτε την πρώτη θέση μεταξύ όλων των ορθοδόξων εθνικών εκκλησιών.

ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

Επειδή η ιστορία ξεχνιέται - ιδίως όταν δε διδάσκεται - όσοι πιστεύουν ότι η εμφάνιση οργανωμένης αντιπολίτευσης στην Εκκλησία μας αποτελεί χαρακτηριστικό του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα, πέραν της ταραγμένης οκταετίας του εθνικού και εκκλησιαστικού μας διχασμού - επί Αλεξάνδρου - έντονες αντιδράσεις αντιμετώπισε κι ο Αθηναγόρας.

Aμέσως μετά την Δ' Κληρικολαϊκή ξεκινά οργανωμένη αντιπολίτευση κι αντιδράσεις σε βάρος του Αθηναγόρα (τον οποίο επικρίνουν ως δικτάτορα) και στην Κληρικολαϊκή Συνέλευση του Σικάγο, το 1933 (όπως γράφει ο Γεώργιος Παπαϊωάννου) μία ομάδα κληρικών και λαϊκών απαίτησε τον αποκεντρισμόν της Αρχιεπισκοπής. Η παράταξη αυτή επέστησε την προσοχή της συνελεύσεως εις το γεγονός ότι "παρίσταται ανάγκη διαχωρισμού των καθηκόντων της πνευματικής και κοσμικής εξουσίας των κληρικών και των λαϊκών, ουτωσώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος επικρατήσεως της μιας ή της άλλης παρατάξεως". Οι μεγαλύτερος φόβος των λαϊκών αφορούσε στην αύξηση των διοικητικών εξουσιών του κλήρου, σε βάρος των δικών τους.

Στη διάρκεια των εργασιών της Κληρικολαϊκής του Σικάγο, κατατίθεται η πρώτη δικαστική αγωγή εναντίον του Αθηναγόρα, από τον Αρχιμανδρίτη Κοντογιώργο, για δήθεν "κακοποίηση από πράκτορας" του Αρχιεπισκόπου, και ζητούσε αποζημίωση 75.000 δολαρίων.

Παρά τις αντιδράσεις, ο Αρχιεπίσκοπος εξασφαλίζει την πλειοψηφία στη συνέλευση, η οποία εκδίδει ένα ιδιαίτερα σκληρό σε γλώσσα ψήφισμα, τασσόμενη στο πλευρό του Αθηναγόρα και ζητώντας την επιβολή των αυστηροτάτων των ποινών εναντίον των "ανυποτάκτων κληρικών". Μάλιστα ζητείται από το πλήρωμα της Εκκλησίας να διακόψει πάσα επαφή, τόσο με τους κληρικούς, όσο και τους ταραξίες λαϊκούς.

Μετά τη συνέλευση του Σικάγο η Αρχιεπισκοπή εισέρχεται σε μία επίπονη περίοδο συγκρούσεων, διαγραφών, αφορισμών και δικαστικών αγωγών. Οι καθησυχαστικές και αισιόδοξες εκθέσεις του αείμνηστου Αθηναγόρα προς το Φανάρι, αποδείχθηκαν άκαιρες. Και παρά τη διαγραφή του "αντάρτη" Κοντογιώργου, η κρίση μετατράπηκε σε σχίσμα, καθώς ο καθαιρεθείς αρχιμανδρίτης χειροτονήθηκε από Αλβανούς και Σύρους ως επίσκοπος και άρχισε τις προσπάθειες για ίδρυση νέας Αρχιεπισκοπής.

Η κρίση συνεχίσθηκε για δέκα χρόνια, με πολλές κοινότητες να αποκόπτονται από την Ιερά Αρχιεπισκοπή, προσχωρώντας στον Κοντογιώργο. Όσες το έπρατταν, οι κληρικοί τους αποκηρύττοντο και τα μυστήρια που ετελούντο απ' αυτούς κηρύσσοντο άκυρα.

Το 1943 άρχισε η εκδίκαση νέας αγωγής του Κοντογιώργου σε βάρος του Αθηναγόρα για δυσφήμιση. Μάλιστα το δικαστήριο έκανε δεκτό αίτημα να παρουσιασθεί στο δικαστήριο και να καταθέσει ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής.

Τελικά, ακολουθώντας ο Αθηναγόρας τις υποδείξεις των συμβούλων του για το μεγάλο οικονομικό και πολιτικό κόστος, τα δύο μέρη ήλθαν σε συμβιβασμό, με τον οποίο, ο μεν Κοντογιώργος δήλωσε ότι δεν έχει σχέση με την Αρχιεπισκοπή και το Φανάρι, το δε Πατριαρχείο ήρε την καθαίρεση του ιδίου και τον αφορισμό των οπαδών του και αναγνώρισε τα μυστήριά του. Ο Κοντογιώργος ακολούθησε απ' εκεί και μετά το παλαιό ημερολόγιο.

10η ΚΑΙ 13η ΚΛΗΡΙΚΟΛΑΙΚΗ

Η Δέκατη Κληρικολαϊκή Συνέλευση - διεξήχθη από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι την 1 Δεκεμβρίου 1950 στο Σεντ Λούι - ήταν η πρώτη της ποιμαντορίας του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ, ο οποίος έφτασε στις ΗΠΑ το Δεκέμβριο του 1949 και έθεσε ως κύριους στόχους, την προστασία της νέας γενιάς, την προσκόλλησή της στην Εκκλησία, στη γλώσσα και στις παραδόσεις της ελληνικής φυλής.

Για μεν την ελληνική εκπαίδευση, η εισήγηση του Μιχαήλ αφορούσε την ανάθεση της συγγραφής νέων βιβλίων σε πρόσωπα που γνωρίζουν την αμερικανική πραγματικότητα, εκφράζοντας την πεποίθηση πως "είναι δυνατόν να κάνουμε τα παιδιά μας να αγαπούν την ελληνική γλώσσα και το ελληνικό σχολείο".

Επί Μιχαήλ εκτυπώνεται η Θεία Λειτουργία και στις δύο γλώσσες και προωθείται παράλληλα η εκτύπωση κι άλλων βιβλίων στην αγγλική. Κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην Εκκλησία μας.

Στη 10η Κληρικολαϊκή ιδρύεται η Ορθόδοξη Νεολαία (GΟYA), που δρα μέχρι σήμερα με σύνθημα το "Ζήσε την Ορθόδοξη πίστη σου".

Απεβίωσε την 13η Ιουλίου 1958, στη διάρκεια των εργασιών της 14ης Κληρικολαϊκής της Σολτ Λέικ Σίτυ, αφήνοντας μεγάλο κενό, καθώς ήταν ιεράρχης μεγάλου ηθικού αναστήματος, κύρους και υποδειγματικού βίου. Στη διάρκεια δε της ποιμαντορίας του έλαμψε στην Αμερική σ' όλο της το μεγαλείο η πνευματικότητα της Ορθοδοξίας. (Βλέπε Παπαϊωάννου).

ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ

Η βασική αδυναμία του επισκόπου Γεωργίου Παπαϊωάννου (αλλά κι αρκετών που κατέγραψαν ιστορικά στοιχεία της ποιμαντορίας του απόΜελίτης Ιακώβου), έγκειται στην παρουσίαση της ταραγμένης πρώτης πενταετίας-εξαετίας του. Όπου, το γεγονός και μόνο ότι επιβλήθη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα επί της Ιεράς Συνόδου (Σ.Σ. Ο Αθηναγόρας απέλυσε δια ειδικών πιττακίων 7 από τους 12 μητροπολίτες που διαφωνούσαν με την εκλογή του Ιακώβου ως Αρχιεπισκόπου Αμερικής), προκάλεσε αντιδράσεις σε αρκετούς επισκόπους, αλλά και αρκετούς κληρικούς και λαϊκούς.

Η σθεναρά υποστήριξη που του παρέσχε ο αείμνηστος Αθηναγόρας κι οι μεγάλες ικανότητες του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, (διπλωματικότητα, βαθειά θεολογική κατάρτιση, καλή γνώση της αμερικανικής πραγματικότητας) βοήθησαν στο ξεπέρασμα των δυσκολιών. Πάντως, με την απομάκρυνση από το Φανάρι δύο εν Αμερική επισκόπων, δόθηκε η ευκαιρία στον Ιάκωβο να επιλέξει τους εμπίστους του συνεργάτες και ν' αρχίσει το πλούσιο έργο του.

Μετά το 1968, τα προβλήματα έχουν εκλείψει και ισχυρός πλέον, συντρίβει απόπειρα των Ρώσων (το 1970) να καταλάβουν - μέσω της ΟCA (Ορθόδοξη Εκκλησία Αμερικής) - την πρώτη θέση κανονικώς στην Αμερική, μειώνοντας το κύρος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. (Μετά την αποχώρηση του Ιακώβου, η ίδια σχεδόν απόπειρα επαναλήφθη από την ΟCA και την Αντιοχειανή Εκκλησία, με το αίτημα ο πρόεδρος της Κανονικής Συνόδου των Ορθοδόξων Επισκόπων Αμερικής, SCΟBA, να εκλέγεται).

Από τις διάφορες Κληρικολαϊκές που πραγματοποιήθησαν επί ποιμαντορίας Ιακώβου, θα σταθούμε στην 20η Κληρικολαϊκή της Νέας Υόρκης (27 Ιουνίου - 4 Ιουλίου 1970) για το γλωσσικό.

Η αρχή έγινε από την 17η Κληρικολαϊκή, του Ντένβερ (1964), όπου εδόθη εξουσιοδότηση για περιορισμένη χρήση της αγγλικής στη θεία λειτουργία.

Μετά την Κληρικολαϊκή Συνέλευση των Αθηνών (1968) γίνεται έκκληση προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο από δύο ακαδημαϊκούς, τον Άντριου Κοπάν και τον Τζέιμς Κουνέλη (ανήκουν κι οι δύο σήμερα στη GΟAL και στην ΟCL και συνεχίζουν να αγωνίζονται για τον εξαμερικανισμό της Εκκλησίας μας) να εξετάσει σοβαρά το γλωσσικό και να μη διστάσει να εισαγάγει την αγγλική στη ζωή της Εκκλησίας.

Σε άρθρο με τίτλο "Η Ορθόδοξη Εκκλησία και το γλωσσικό της πρόβλημα" (Σ.Σ. Ούτε τότε τους άρεσε ο όρος "Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία"), οι δύο ακαδημαϊκοί δηλώνουν ότι, "η αγγλική είναι απαραίτητη, εάν η Εκκλησία ως αδιάσπαστο τμήμα της Αμερικής πρόκειται να εξασκήσει οιανδήποτε ηθική και κοινωνική επιρροή στη ζωή της χώρας".

Ακολούθησε απόφαση του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου, στις 23 Ιανουαρίου 1970, η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "εντός της δεκαετίας '70 - '80 η Εκκλησία πρέπει να αντιμετωπίσει το γλωσσικό πρόβλημα σοβαρώς και υπό το πρίσμα των απαιτήσεων και συνθηκών της εποχής. Οι δύο γενεές των αμερικανογεννημένων, οι μικτοί γάμοι, το εκπαιδευτικό επίπεδο των παιδιών μας, η ελλιπής ακαδημαϊκή προπαρασκευή των ιερέων μας στην Ελληνική (Σ.Σ. Άραγε, δεν μπορούσαν για 26 χρόνια να κάνουν τίποτε στη Θεολογική Σχολή της Βοστώνης, για να στηρίξουν την ελληνική παιδεία και την καλλιέργεια ελληνομάθειας στους ιερείς μας;), όλα αυτά απαιτούν όπως η Εκκλησία στραφή προς μία λογική και επιτακτική επανεξέταση της μέχρι τούδε γνωστής θέσεως επί του γλωσσικού ζητήματος".

Για τη δημιουργία θετικού-υπέρ της αλλαγής θέσης στο γλωσσικό κλίματος, προηγήθηκε μαζική αρθρογραφία στον Ορθόδοξο Παρατηρητή κι η διανομή σε κάθε αντιπρόσωπο ειδικού εγχειριδίου, το οποίο συνηγορούσε υπέρ της αναγκαιότητας της χρήσης της αγγλικής.

Η ομιλία του Ιακώβου ήταν σωστά διατυπωμένη, χωρίς ν' αφήνει υπόνοιες περί πλήρους κατάργησης των ελληνικών. Τόνισε, μάλιστα, ότι χωρίς πάψει η Εκκλησία να είναι ριζωμένη εθνικώς στην Ελλάδα και πνευματικώς στο Φανάρι, πρέπει να επεκταθεί στην Αμερική.

Τελικώς, η απόφαση υπερψηφίσθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία των συνέδρων. Και βάση αυτής, επιτρέπεται η χρήση της αγγλικής στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, κατά την κρίση του ιερέως και των μελών της κοινότητας και κατόπιν αδείας του επισκόπου.

Έπειτα από το θόρυβο που ξεσηκώθηκε στην Αμερική και στην Ελλάδα, εναντίον του Ιακώβου, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ουδέποτε επικύρωσε την απόφαση, υπενθυμίζοντας μάλιστα με επιστολή, στον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο ότι η ελληνική είναι η επίσημη γλώσσα της Εκκλησίας. "... Ουδείς, γράφει ο Αθηναγόρας, δύναται να υπάρξει μεταξύ υμών, όστις θα ηδύνατο να έχη γνώμην διάφορον εκείνης, καθ' ην η ελληνική είναι η γλώσσα εν τη Oρθοδόξω Ελληνική Αρχιεπισκοπή Αμερικής, πολύ δε ολιγότερον διάφορον ταύτης γνώμης είναι δυνατόν να έχη ο αποδεδειγμένως εις τα πάτρια αφωσιωμένος και κατ' ουδέν από του γενικού εκκλησιαστικού προγράμματος αποκλίνων ποιμενάρχης υμών".

Όμως στην πράξη, για την ελληνική γλώσσα η 20η Κληρικολαϊκή ήταν η αρχή του τέλους. Σήμερα, η χρήση της ελληνικής γλώσσας στη ζωή της Εκκλησίας μας έχει περιορισθεί γύρω από τη μητροπολιτική περιοχή Νέας Υόρκης και σε ορισμένα άλλα μεγάλα κέντρα όπου ζει ο Ελληνισμός. Αν οι προσπάθειες που καταβάλει ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, για τη σωτηρία των απογευματινών και ημερησίων σχολείων, την αναζωογόνηση της Ακαδημίας Αγίου Βασιλείου και την αναμόρφωση της Θεολογικής Σχολής αποτύχουν, οι προβλέψεις για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας είναι ζοφερές.

[ EKKLISIA | www.ekklisia.org/gtyp-7-3.htm  -  3 Ιουλίου 1998 ]