top

Η Καθημερινή - 15 Μαρτίου 1998

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Πολιτισμός ή φολκ-λορ;

   Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Δ υο κύριες τάσεις θα ήταν φυσικό να διαμορφώνονται σήμερα στον Ελληνισμό της Αμερικής: Η πρώτη, να εκφράζει τις συναισθηματικά φορτισμένες απαιτήσεις της πρώτης γενιάς των μεταναστών (απαιτήσεις που συντονίζονταν πάντοτε και με την κοντόφθαλμη πολιτική του ελλαδικού εθνικού κέντρου): Να διατηρηθούν και στη διασπορά των Ελλήνων τα τυπικά γνωρίσματα της ελλαδικής ελληνικότητας. Να συντηρείται η ελληνική γλώσσα, η οργάνωση ελληνικών κοινοτήτων, τα σωματεία που συσπειρώνουν τους μετανάστες με βάση τον τόπο καταγωγής τους (Μακεδόνες, Κρητικούς, Αρκάδες). Να γιορτάζονται οι εθνικές επέτειοι του ελλαδικού κράτους, να εντοπίζεται η ελληνικότητα στους παραδοσιακούς χορούς, στις άλλοτε λαϊκές ενδυμασίες, στην εθιμική κουζίνα και διασκέδαση. Να καλλιεργείται το ενδιαφέρον των αποδήμων για τα ελλαδικά πολιτικά κόμματα και τα ελλαδικά αθλητικά σωματεία.

Είναι η τάση που καταλαβαίνει τον Ελληνισμό (εντός ή εκτός Ελλάδας) μόνο ως εθνικισμό. Καυχάται για τον πολιτισμό των προγόνων, αλλά δεν υποψιάζεται την υπερεθνική οικουμενικότητα αυτού του πολιτισμού, τη διαφορά του πολιτισμού από το εθνικιστικό φολκ-λορ. Γι αυτό και όσοι εκπροσωπούν αυτή την τάση (εντός ή εκτός Ελλάδας) δεν διστάζουν να συμβιβάζουν συχνά την εθνικιστική καύχηση με τον μιμητισμό ξένων πολιτιστικών προτύπων. Τους ενδιαφέρει, λ.χ., η εκκλησιαστική Ορθοδοξία μόνο σαν στοιχείο εθνικής ιδιαιτερότητας, δεν καταλαβαίνουν τον πολιτισμό που σαρκώνει και την πανανθρώπινη εμβέλεια αυτού του πολιτισμού. Γι' αυτό και δεν διστάζουν να «εκμοντερνίσουν» τις εκκλησιές τους με αλλότριες προσλήψεις, αφού οι ορθόδοξες εικόνες, η βυζαντινή μουσική, η δραματουργία της λατρείας (ό,τι ακριβώς συναρπάζει τον δυτικό άνθρωπο σήμερα) τους παραπέμπει μόνο στο χωριό του πατέρα τους για το οποίο πολύ συχνά ντρέπονται.

Μια δεύτερη τάση, ειδικά στον Ελληνισμό της Αμερικής, θα ήταν φυσικά να αρνείται ακόμα και τη λέξη «διασπορά». Να εκφράζει τις νεώτερες γενιές (δεύτερη, τρίτη, τέταρτη γενιά απογόνων των πρώτων Ελλήνων μεταναστών) που νιώθουν και ζουν ως αμερικανοί πολίτες ελληνικής καταγωγής, όχι ως απόδημοι Ελλαδίτες. Είναι δεδομένο και αναπότρεπτο να μιλούν μόνο (ή κυρίως) αγγλικά, χωρίς να παύουν να έχουν ουσιαστική ανάγκη εμπράγματης πολιτιστικής καύχησης για την ελληνική καταγωγή τους. Είναι φυσικό να τους ενδιαφέρει ο πολιτισμός και όχι το φολκ-λορ, η ελληνικότητα ως ενεργός πρόταση και πολιτιστική παρουσία στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, όχι ως αφορμή περιθωριοποίησης και μειονεξίας. Ξέρουν ότι τα παιδιά τους δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από τα σπασμένα ελληνικά που θα διδαχθούν στο κυριακάτικο «σχολείο» της κοινότητας. Θα ήταν όμως περήφανοι να σπουδάσει το παιδί τους σε ένα ελληνικό σχολειό ή κολέγιο που θα προσφέρει σύγχρονη υψηλού επιπέδου κατάρτιση (εγγυήσεις εισόδου στα καλύτερα αμερικανικά πανεπιστήμια), με ταυτόχρονη σοβαρή καλλιέργεια ελληνικής (κλασικής και σύγχρονης) παιδείας.

Η ίδια αυτή δεύτερη τάση δεν θα ανεχόταν να υποτάσσει την ορθόδοξη εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση στον εθνικό επαρχιωτισμό του ελλαδισμού. Θα ήθελε μιαν ενιαία Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική, με πιστότητα στο συνοδικό σύστημα της Ορθοδοξίας, που να συμπεριλαμβάνει όλους τους Ορθοδόξους ανεξάρτητα από τη φυλετική τους καταγωγή. Το ενιαίο διοικητικό σχήμα δεν αποκλείει επιμέρους επισκοπές ή ενορίες που θα συνεχίζουν την τέλεση της λατρείας στα πάτρια γλωσσικά ιδιώματα. Όμως ο κεντρικός κορμός θα είναι μια σύγχρονη αγγλόφωνη Ορθοδοξία, με σαφή και ενεργό θεολογική και πολιτιστική αυτογνωσία, ικανή να αρθρώσει λόγο μεταφυσικής ελπίδας για ανθρώπους σημερινούς. Μια τέτοια αγγλόφωνη Ορθοδοξία μπορεί να σαρκώσει την ουσιαστική ελληνικότητα (της θεολογίας, της λατρείας, της τέχνης). Να απεμπλέξει την ελληνικότητα από τον εθνικιστικό και ψυχολογικό επαρχιωτισμό, να την αναδείξει σε δημιουργικό καταλύτη πνευματικών διεργασιών στην αμερικανική κοινωνία.

*  *  *

Όσο κι αν μοιάζει φυσιολογική και αυτονόητη η διαμόρφωση των δύο αυτών τάσεων στον Ελληνισμό της Αμερικής σήμερα, η ουσιαστική διαφοροποίησή τους και αποκρυστάλλωση είναι εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και ανέφικτη. Η κυρίως δυσκολία έγκειται στη συνειδητοποίηση της διαφοράς του πολιτισμού από το φολκ-λορ, του ελληνισμού από τον ελλαδισμό. { Γι' αυτό και οι διαφοροποιήσεις διολισθαίνουν σε επικίνδυνα πλασματικά υποκατάστατα, σε διχαστικές αντιπαλότητες με παραπλανητικές ετικέτες: «Ελληνόφρονες» αντιμάχονται τους «εξαμερικανισμένους», «πατριαρχικοί» τους «αυτονομιστές», «Σπυριδωνικοί» τους «Ιακωβικούς». Η εικόνα που δίνει ο ελληνόφωνος Τύπος στην Αμερική και κυρίως το «Ιντερνέτ», είναι μιας ομογένειας έτοιμης να εκραγεί, να περιέλθει στη δίνη φανατισμένης πολυδιάσπασης.

Δυστυχώς η συνειδητοποίηση της διαφοράς του πολιτισμού από το φολκ-λορ, της ελληνικότητας από τον εθνικισμό, απουσιάζει τραγικά (και για εκατόν εβδομήντα χρόνια τώρα) από το ίδιο το «εθνικό κέντρο». Η ελλαδική πολιτική δεν υποψιάστηκε ποτέ ότι διαχειρίζεται την οικουμενικότητα ενός πολιτισμού και όχι έναν επαρχιωτικό εθνισμό. Η φράση του Τσαρούχη ότι «δεν μπορείς να είσαι Έλληνας αν δεν είσαι κοσμοπολίτης» δεν βρήκε ποτέ πραγματικό αντίκρυσμα στην κοινωνική μας νοοτροπία, στην παιδεία μας, στην πολιτική μας πράξη. Ο μεταπρατικός εθνικισμός μας μάς εγκλώβισε στον βαλκανικό επαρχιωτισμό, στην περιθωριοποίηση, στη μιζέρια.

Ποιοι, λοιπόν, να αντιμετωπίσουν σήμερα την επερχόμενη θύελλα πολυδιάσπασης του Ελληνισμού της Αμερικής; Ποιοι να συλλάβουν τον ουσιαστικό πυρήνα των διαφοροποιήσεων, με ποιους να συγκροτηθούν επιτελεία μελέτης και χάραξης μακροπρόθεσμων προοπτικών; Η πολύ πρόσφατη εμπειρία από τη θλιβερή ελλαδοκεντρική επινόηση του «Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού» ή από την εγκληματική διαχείριση του «Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού» προδιαγράφει και τους χειρισμούς της κρίσης στην ομογένεια της Αμερικής. Ίσως το φολκ-λορ να επιβιώσει για μερικές ακόμα δεκαετίες. Η παρουσία του Ελληνισμού στον ιστορικό στίβο είναι πια χαμένη υπόθεση.

[ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - 15 Μαρτίου 1998 ]