top

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - 19 Οκτωβρίου 2003

Η εκκλησιαστική διαμάχη

   Υπό Χρήστου Α. Σαρτζετάκη

1. Με κατάπληξιν και άναυδος παρακολουθεί ο Ελληνικός λαός την τρέχουσαν εκκλησιαστικήν διαμάχην μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η οποία και όλως ατόπως ήχθη εις την δημοσιότητα, διά των επανειλημμένων δημοσίων δηλώσεων του Πατριάρχου, ενώ ο προκαθήμενος της Ελληνικής Εκκλησίας, φρονίμως ποιών, απέφυγε πάσαν δημοσίαν επί του θέματος αναφοράν.

Και δεν ήτο μόνον ο εκ της γνωστοποιήσεως της διαμάχης κίνδυνος να καταστή αυτή αντικείμενον ανευθύνων, αμαθών και προχειρολόγων ή και κακοήθων κονδυλοφόρων.

* Διότι, εάν επρόκειτο περί πνευματικής διαμάχης, ασφαλώς θα επεβάλλετο η δημοσιότης, διά να γνωρίζη επί τέλους το πλήρωμα της Εκκλησίας τας διαφιλονεικουμένας δογματικάς ροπάς και λάβη θέσιν επ' αυτών.

* Ενώ εις την περίπτωσιν πρόκειται περί καθαρώς διοικητικής, δηλαδή κοσμικής, διαμάχης, ουσιαστικώς περί υπαγωγής εις την μίαν ή την άλλην Εκκλησίαν των Μητροπόλεων απελευθερωθεισών μετά το 1912 ελληνικών χωρών. Και βεβαίως η αναγωγή της επί τούτου διαφοράς εις δημόσιον θέαμα, με διοχετευομένας μάλιστα διά του τύπου απειλάς περί επικειμένων δεινών, εάν η Ελληνική Εκκλησία δεν υποκύψη εις τας Πατριαρχικάς αξιώσεις, και, ακόμη χειρότερον, με ενυπογράφους, «ενημερωτικάς», υποτίθεται, επιστολάς προς πολιτικά πρόσωπα, ως αναπόφευκτον αποτέλεσμα έχει μόνον την καταρράκωσιν του κύρους της Εκκλησίας. Αφού οιαδήποτε λύσις και αν τελικώς επικρατήση, θα εξέλθη εκ της διαμάχης ταπεινωμένη η ετέρα πλευρά, μειουμένης ούτω εις τας συνειδήσεις του πληρώματος της Εκκλησίας και της πνευματικής, κυριολεκτικώτερον της εκκλησιαστικής της, ακτινοβολίας.

Ενώ, εξ άλλου, η υπό οιανδήποτε μορφήν προσφυγή Εκκλησιαστικών Ηγετών εις κοσμικούς άρχοντας διά διοικητικά θέματα μαρτυρεί έκπτωσιν του εκκλησιαστικού λόγου και βεβαίως υποσκάπτει το αυτοδιοίκητον των εκκλησιαστικών θεσμών, το οποίον και δεν πρέπει να νοθεύεται διά προκαλουμένων ή και εμμέσως έστω εξαιτουμένων υπ' αυτών των Εκκλησιαστικών Ηγετών παρεμβάσεων κοσμικών εξουσιών.

2. Η διαμάχη φέρεται, ότι έχει έρεισμα την υπό του Πατριαρχείου επικαλουμένην ανάγκην τηρήσεως εκκλησιαστικών κανόνων, συγκεκριμένως της υπ' αριθ. πρωτ. 2231 από 4.9.1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, η οποία (υπό στοιχ. Ε') προέβλεπε την έγκρισιν υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου του συντασσομένου υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος καταλόγου των εκλεξίμων αρχιερέων των εν τη Πράξει «νέων χωρών».

Αλλά η επίκλησις αυτή είναι απρόσφορος, αφού τοιαύτη έγκρισις ουδέποτε απητήθη υπό της εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας, η οποία καθορίζει λεπτομερώς τα της εκλογής των Αρχιερέων των απελευθερωθεισών μετά το 1912 περιοχών. Ούτω δεν απητήθη αρχικώς υπό του αριθ. 3615 της 10/11.7.1928 νόμου «περί της εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις της Ελλάδος Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου»· είναι δε σχετικώς εκτός λογικής η άποψις, ότι δήθεν η εν λόγω Πράξις εκυρώθη υπό του νόμου τούτου, αφού ο νόμος προηγήθη χρονικώς της Πράξεως και βεβαίως δεν ήτο δυνατόν να κυρώση μεταγενεστέραν της υπάρξεώς του Πράξιν!

Ενώ και η περιστασιακή αναφορά του κωδικοποιημένου νόμου 5438 του 1932 εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ως περιλαμβάνουσαν «την τε αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος και τας εν αυτή Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου συνωδά τω νόμω 3615 της 11 Ιουλίου 1928 και τη από 14 Σεπτεμβρίου ιδίου έτους Πατριαρχική και Συνοδική Πράξει», δεν είναι ερμηνευτικώς επιτρεπτόν να υποληφθή ως ενσωματούσα, χωρίς ρητήν περί τούτου αναφοράν, εις την Ελληνικήν νομοθεσίαν τους ορισμούς της Πράξεως αυτής και μάλιστα επί σημείων περιεχόντων ρύθμισιν διάφορον εκείνης, την οποίαν ο νομοθέτης επέλεξε και λεπτομερώς καθώρισε.

Τα ίδια ισχύουν και υπό τον νεώτερον νόμον 590/1977 «περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», ο οποίος ορίζων και αυτός, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος περιλαμβάνει και τας Μητροπόλεις των απελευθερωθεισών μετά το 1912 χωρών (άρθρον 11 παρ. 1 υπό Β'), ως και τα του τρόπου εκλογής των Αρχιερέων εις όλας τας Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος χωρίς διάκρισιν (άρθρα 17 επόμενα), εις καμμίαν απολύτως διάταξιν δεν αξιώνει διά την εκλογήν οιουδήποτε Αρχιερέως Πατριαρχικήν έγκρισιν.

Ως δε ορθώς απεφάνθη ήδη και το Συμβούλιον της Επικρατείας, ο περί εγκρίσεως όρος της Συνοδικής Πράξεως του 1928 δεν περιεβλήθη συνταγματικήν ισχύν διά της αορίστου εις την Πράξιν αυτήν αναφοράς του άρθρου 3 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, ώστε να κατισχύη της ανωτέρω νομοθετικής ρυθμίσεως.

Εξ άλλου, ως ιδιαιτέρως τονίζεται, ο περί εγκρίσεως όρος έμεινεν ανενεργής έκτοτε, επί 75 ήδη χρόνια, εις τρόπον ώστε η ενεστώσα τόσον καθυστερημένη επίκλησίς του εμβάλλει εις πολλάς σκέψεις περί της σκοπιμότητός της και μόνον αφύπνισιν ορέξεων διοικητικής πρωταρχίας, εκκλησιαστικώς τόσον ταπεινών, μαρτυρεί.

3. Αλλά και το σπουδαιότερον: γίνεται επίκλησις της ανάγκης εφαρμογής των εν τη Πράξει του 1928 οριζομένων ως κανόνων της Εκκλησίας, αλλά αποσιωπάται άλλος εκκλησιαστικός κανών, υπερτέρας μάλιστα αυθεντίας, αυτός του Μεγάλου Πατριάρχου Φωτίου, εις την κατά το έτος 861, επ' ευκαιρία της εις τον πατριαρχικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως αναρρήσεώς του, απάντησίν του προς τον Πάπαν της Ρώμης Νικόλαον Α', κατά την οποίαν «τα εκκλησιαστικά και μάλιστά γε τα περί των ενοριών δίκαια ταις πολιτικαίς επικρατείαις και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι είωθεν», ότι δηλαδή τα εκκλησιαστικά συμμεταβάλλονται με τας εδαφικάς μεταβολάς των κρατών. Πράγμα, άλλωστε, το οποίον και απετέλεσε την επί αιώνας κρατήσασαν εκκλησιαστικήν πρακτικήν.

Ετσι και υπήχθη χάρις εις την Εικονομαχίαν το «Ιλλυρικόν», δηλαδή η Βαλκανική χερσόνησος, εις το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, ενώ προηγουμένως ανήκεν εις την Παπικήν Εκκλησίαν της Ρώμης, και ανέκυψαν και αι κατά κράτη αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι και έχομεν αυτοδιοικούμενα τα Πατριαρχεία Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Ιβηρίας (Γεωργίας), Βουλγαρίας και τας Αρχιεπισκοπάς Κύπρου (αυτοκέφαλον ήδη διά του Η' κανόνος της Γ' Οικουμενικής Συνόδου του 431, ήτοι κατά 1.500 και πλέον χρόνια προ της ιδρύσεως του Κυπριακού κράτους!), Ελλάδος, Πολωνίας και Αλβανίας.

Και διά να έλθωμεν εις προσφάτους χρόνους, έχομεν επίσης το παράδειγμα των Ορθοδόξων Εκκλησιών των Βαλτικών χωρών, αι οποίαι μετά την εθνικήν των απελευθέρωσιν από του σοβιετικού ζυγού απεσπάσθησαν και από του Πατριαρχείου της Μόσχας, και υπήχθησαν εις αυτό της Κωνσταντινουπόλεως, γεγονός, το οποίον και προεκάλεσε τας γνωστάς μεταξύ των δύο Πατριαρχείων τριβάς.

Ή ακόμη, και το παράδειγμα της Εκκλησίας των Σκοπίων, η οποία, υπηρετούσα τον πολιτικόν σκοπόν εδραιώσεως του θνησιγενούς ψευδομακεδονικού κρατιδίου, ανεκήρυξε μονομερώς την απόσπασίν της από του Πατριαρχείου της Σερβίας και αυτοανηγορεύθη εις αυτοκέφαλον Εκκλησίαν.

Φέρεται δε δυστυχώς, ότι την αποσχιστικήν αυτήν ενέργειαν υπέθαλψε και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, διαπραγματευόμενον, ως εγράφη εις τον τύπον χωρίς να διαψευσθή, την αναγνώρισιν της αποσχίσεως με υπαγωγήν της «Μακεδονικής» Εκκλησίας εις αυτό· δηλαδή ότι, χάριν φιλάρχων φιλοδοξιών επεκτάσεως της διοικητικής του δικαιοδοσίας, αποδέχεται την κραυγαλέαν πλαστογράφησιν της Ιστορίας και εμπλεκόμενον έτσι εις σκοτεινάς πολιτικάς επιδιώξεις αλλοφύλων εθνικού και εδαφικού μας ακρωτηριασμού, πλήττει ουσιαστικώς ζωτικώτατα συμφέροντα του Ελληνισμού. Παρά τους κατά καιρούς αφορισμούς, αορίστους και αυτούς, του Προκαθημένου του περί του «Γένους ημών»!

4. Ετσι και από τα πράγματα καταδεικνύεται, παρά τα αντιθέτως ακρίτως λεγόμενα, πόσον ορθή και εθνωφελής υπήρξεν η ευθύς μετά την εθνικήν απελευθέρωσιν διά του βασιλικού διατάγματος του 1833 «διακήρυξις περί της ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας», έργον του εκ των Αντιβασιλέων αειμνήστου Γεωργίου-Λουδοβίκου Μάουρερ και του λογίου κληρικού Θεοκλήτου Φαρμακίδου, με ομόθυμον σημειωτέον συναίνεσιν του συνόλου των Αρχιερέων.

Διότι, εάν δεν υπήρχεν η αυτοκεφαλία της, η οποία τελικώς ανεγνωρίσθη και υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 28ης Ιουνίου 1850, η Εκκλησία μας δεν θα ηδύνατο να συμπαρασταθή και δεν θα ηυλόγει τα όπλα μας κατά την ακολουθήσασαν απελευθερωτικήν χωρών Ελληνικών (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, νήσων) εξόρμησιν του Ελληνισμού.

Θα εκινδύνευε τουναντίον ο απελευθερωτικός εκείνος αγών να αφορισθή υπό του, εις την οθωμανικήν αρπάγην διατελούντος, Πατριάρχου, όπως άλλωστε είχε γίνει με τον αφορισμόν των αγωνιστών του 1821, και ονομαστικώς των πρωτεργατών της Αλεξάνδρου Υψηλάντου και Ηγεμόνος της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου, υπό του, ακολούθως μαρτυρήσαντος, Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε', και μάλιστα όχι διά μιας, αλλά δι' εξ εγκυκλίων και συστατικών επιστολών του, εκ των οποίων και απηυθύνθησαν, κυκλοφορηθείσαι μάλιστα διά την ευρυτέραν διάδοσίν των εις έντυπον μορφήν, δημοσιευόμεναι δε και εις εφημερίδας και περιοδικά, δύο προς τον Μητροπολίτην Μολδαβίας και Εξαρχον Πλαγηνών Βενιαμίν και τους άρχοντας, πραγματευτάς και απαξάπαντας Χριστιανούς της περιοχής, τρίτη (συνυπογραφομένη εκτός των 21 συνοδικών Αρχιερέων και από τον Ιεροσολύμων Πολύκαρπον) προς τους Αρχιερείς και κάθε βαθμού κληρικούς και μοναχούς του Οικουμενικού θρόνου, τετάρτη προς τον Τριπόλεως και Αμυκλών Δανιήλ, πέμπτη προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανόν και έκτη προς τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.

5. Και δεν επρόκειτο περί μεμονωμένης εθνικής του Πατριαρχείου απρεπείας. Διότι δυστυχώς και η προ της εθνεγερσίας του 1821 πολιτεία του υπήρξε παρομοία: εξαπέστελλεν εγκυκλίους προς τους Ελληνας υποδούλους, διά των οποίων τους εζήτει, να αποκηρύξουν κάθε επαναστατικόν κίνημα και τους προέτρεπε, εάν τυχόν είχον εξεγερθή, να καταθέσουν τα όπλα, και να δηλώσουν πλήρη και δουλικήν υποταγήν και ευπείθειαν εις την «θεόθεν Βασιλείαν» του Τούρκου Σουλτάνου, διότι «πας ο αντιτασσόμενος αυτή τη θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά Βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν»!

Ετσι τοιούτου περιεχομένου εγκύκλιοι είναι ήδη γνωσταί, τρεις του Πατριάρχου Προκοπίου Α' του Ριζομάντου (των ετών 1787, 1788 και μία αχρονολόγητος), τρεις του Πατριάρχου Νεοφύτου Ζ' (των ετών 1789 και 1799), μία του Πατριάρχου Καλλινίκου Δ' (του έτους 1801). Ας σημειωθή δε ότι παρόμοια, περί δουλικής υποταγής εις τον Τούρκον Σουλτάνον, γράμματα είχον απευθύνει οι δύο τελευταίοι προ της Επαναστάσεως του 1821 Πατριάρχαι Νεόφυτος Ζ' και Καλλίνικος Δ' ευθύς με την άνοδόν των εις τον Πατριαρχικόν θρόνον!..

Αλλά και ο, διάδοχος του φρικτώς μαρτυρήσαντος Γρηγορίου του Ε', Πατριάρχης Ευγένιος Β', σημειωτέον Βούλγαρος την καταγωγήν και «σχεδόν αγράμματος, αλλά τολμηρός και θρασύς εις το λέγειν», κατηγορηθείς και διά κατάδοσιν θυμάτων προς τους Τούρκους, δι' επανειλημμένων εγκυκλίων του προς τους αγωνιζομένους διά την ελευθερίαν των Ελληνας (τρεις από Αυγούστου 1821 έως και Ιανουαρίου 1822 είναι γνωσταί), τους καλεί να μετανοήσουν και δηλώσουν δουλικήν υποταγήν και ευπείθειαν προς τον Τούρκον Σουλτάνον, και εναντίον των αμετανοήτων εκτοξεύει απειλάς κατά της ζωής, της περιουσίας, της οικογενείας και της πατρίδος των, και κυρώσεις χωρίς έλεος, που θα τους επιβάλη ο Οθωμανός κυρίαρχος, ενώ θα τους τιμωρήση αμειλίκτως και ο Θεός!

Και το φρικτώτερον: και μετά την λήξιν του απελευθερωτικού αγώνος και τη δημιουργίαν του νεοελληνικού κράτους η προς τον Τούρκον δυνάστην δουλικότης του Πατριαρχείου έφθασε μέχρι του απιστεύτου σημείου, ο τότε Πατριάρχης Αγαθάγγελος Α' με εγκύκλιόν του του Φεβρουαρίου του 1828 να καλέση τους κατοίκους της Πελοποννήσου και των απελευθερωθεισών νήσων του Αιγαίου Πελάγους, να μετανοήσουν, να δηλώσουν υποταγήν εις τον Σουλτάνον και να επανέλθουν υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν!

Πατριαρχική δε αντιπροσωπεία, ειδικώς ελθούσα, επέδωσε το αίτημα αυτό ιδιοχείρως και εις τον αείμνηστον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Καποδίστριαν, ο οποίος φυσικά και ευθέως απέρριψε την εξωφρενικήν και αντεθνικήν αυτήν Πατριαρχικήν νουθεσίαν και έκκλησιν προς εθελοδουλείαν (περί όλων των ανωτέρω βλέπε την εξαιρετικώς τεκμηριωμένην και ενδιαφέρουσαν μελέτην του Καθηγητού Δημητρίου Σοφιανού «Εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρχη Ευγενίου Β' περί δουλικής υποταγής των Ελλήνων στον Οθωμανό κατακτητή», εις τον Β' τόμον του Δελτίου του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2000, σελ. 19 επ., όπου και τα κείμενα των Πατριαρχικών εγκυκλίων και της απαντήσεως του Καποδιστρίου).

6. Με τοιαύτην Πατριαρχικήν πολιτείαν μόνον υπερτάτη εθνική ευγνωμοσύνη πρέπει να οφείλεται εις την Βαυαρικήν Αντιβασιλείαν και τους αοιδίμους εκείνους άνδρας, οι οποίοι ανεκήρυξαν το Αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας. Διότι διαφορετικά, ας επαναληφθή, η ακολουθήσασα απελευθερωτική εξόρμησις του Ελληνισμού θα εύρισκε ρητώς αντιμέτωπον και το Πατριαρχείον, το οποίον η αυτοκεφαλία ουσιαστικώς ευηργέτησε, διότι το εξήγαγεν εκ της δεινής του θέσεως, να γίνεται εκάστοτε εκφραστής ανθελληνικών παραινέσεων και ευτελής συνεργάτης των Τούρκων! Και όχι μόνον τότε. Και ο κατά τον β' παγκόσμιον πόλεμον επικός αγών της Ελλάδος, λόγω της κατ' αυτόν ουδετερότητος της Τουρκίας, δεν θα ηδύνατο να διεξαχθή με συμπαρισταμένην την Ελληνικήν Εκκλησίαν, εάν δεν υπήρχεν η αυτοκεφαλία της. Και ακόμη: ούτε ο θρυλικός απελευθερωτικός αγών της ΕΟΚΑ των Κυπρίων αδελφών μας θα ηδύνατο να έχη πρωτεύουσαν την συμμετοχήν της Εκκλησίας της Κύπρου, εάν αυτή δεν ήτο ανεξάρτητος από το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως.

7. Ο Ελληνισμός δεν διάγει ημέρας χαρωπάς. Και τα προβλήματά του, ιδιαιτέρως επί των εθνικών μας θεμάτων, δεν επιτρέπεται να επιβαρύνωνται περισσότερον. Ούτε αντέχει διχασμούς, όπως οι υπό του Πατριαρχείου απειλούμενοι. Διότι, εάν, όπως λέγεται, επιδιώκεται τελικώς, προς υπηρέτησιν πολιτικών σκοπών, η καθαίρεσις του προκαθημένου της Ελληνικής Εκκλησίας, εάν εμμείνη εις την άνευ εγκρίσεως του Πατριαρχείου εκλογήν των Αρχιερέων εις τας χηρευούσας τώρα Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης και Ελευθερουπόλεως, διά μεθοδεύσεως συγκλήσεως της λεγομένης Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου, τότε δεν αποκλείεται εις παροξυσμόν εκκλησιαστικής κρίσεως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να ανταποδώση τα ίσα, προβαίνουσα και αυτή εις καθαίρεσιν του Πατριάρχου, όπως άλλωστε έπραξεν αύτη τον Νοέμβριον του 1921, εις εποχήν φρικτού εθνικού διχασμού, προοιμίου εθνικής καταστροφής, με την καθαίρεσιν του νεοεκλεγέντος τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη!
}
Ας αρκεσθή το Πατριαρχείον εις τον σεβασμόν του ως εκκλησιαστικού θεσμού και την κοινώς, από όλους, αποδεκτήν εκκλησιαστικήν (δογματικήν) αυθεντίαν του επί του Ορθοδόξου Ελληνισμού, την οποίαν και συνταγματικώς κατωχύρωσε το νεοελληνικόν μας Κράτος.

Και ας παύση να υπηρετή και πολιτικούς σκοπούς, αδιάφορον αν ενσυνειδήτως ή όχι, με ανθελληνικά ενεργήματά του· τα οποία και επληθύνθησαν κατά τους τελευταίους καιρούς, όπως: με την αντικατάστασιν της ελληνικής γλώσσης διά της αγγλικής κατά την λειτουργίαν εις τας, εις αυτό υπαγομένας, Ελληνικάς Εκκλησίας της Αμερικής, ήδη επί Αρχιερατείας Ιακώβου, -με την διάσπασιν της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής διά της αναδείξεως των κατά τόπους Επισκόπων της εις Μητροπολίτας, εις τρόπον ώστε να στερηθή πλέον η εκεί Ομογένεια της, χάριν των συμφερόντων του Ελληνισμού, ενιαίας εκπροσωπήσεώς της και να απολέση έτσι κάθε δυνατότητα αποτελεσματικής παρεμβάσεώς της-, ακόμη με την μεθοδευθείσαν εξαναγκαστικήν παραίτησιν, μόλις μετά τριετίαν αρχιερατείας, του υπ' αυτού του Πατριαρχείου επιλεγέντος, ως διαδόχου του επίσης εξαναγκασθέντος εις παραίτησιν Ιακώβου, Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, όταν ούτος, με την ομόθυμον συμπαράστασιν της Ομογενείας, μεθοδικώς επεδίωξε την επανελληνοποίησιν πραγμάτων και δραστηριοτήτων της Αρχιεπισκοπής [τεκμηριωμένην εικόνα των σχετικών μεσαιωνικών ραδιουργιών δίδει το βιβλίον της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη «Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου, Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής 1996 - 1999» (Αθήναι, Εξάντας, 2000)]-, με τα πρόσφατα διχαστικά της Εκκλησίας της Αυστραλίας ενεργήματά του, προκαλέσαντα και την ρήξιν του με τον εκεί Αρχιεπίσκοπον-, με την προ ετών εκπαραθύρωσιν του Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας επιφανούς λογίου Μεθοδίου, κ.λπ.


8. Ας γίνη επί τέλους συνείδησις όλων, ότι, ιδιαιτέρως κατά τους σημερινούς όχι αιθρίους καιρούς ενωρχηστρωμένης επιβουλής εις βάρος της εθνικής και εδαφικής μας ακεραιότητος και ανεξαρτησίας, επιβάλλεται και η Ελλάς, όπως όλαι αι γειτονικαί μας χώραι ανέκαθεν έχουν, να έχη και αυτή και διοικητικώς, ενιαίαν Εκκλησίαν και όχι να ανασύρωνται εις την επιφάνειαν διχαστικά φαντάσματα του παρελθόντος.

Να είναι δηλαδή και από της πλευράς αυτής εθνικώς συσπειρωμένη και όχι το ήμισυ σχεδόν των Μητροπόλεών της να υπάγεται διοικητικώς εις πρόσωπα μη έχοντα την Ελληνικήν ιθαγένειαν, διατελούντα θεσμικώς υπό την εποπτείαν του τούρκου Νομάρχου της Κωνσταντινουπόλεως! Αυτό το αρνούνται όσοι συνειδητοί Ελληνες...

Και ακόμη: υπό το συνταγματικώς κρατούν εις την Ελλάδα σύστημα της νόμω κρατούσης Πολιτείας είναι αμφίβολον, εάν είναι επιτρεπτή η διοικητική υπαγωγή εκκλησιαστικών περιοχών της Ελληνικής επικρατίας εις θεσμούς εκτός αυτής και ούτως εις διοικητικήν εποπτείαν άλλου Κράτους.

Διότι, επί τέλους, ο κρατικός προϋπολογισμός της Ελλάδος είναι ασυγχώρητον να δαπανά διά θεσμούς, έστω εκκλησιαστικούς, υπαγομένους υπό ξένην διοικητικήν εποπτείαν. Αλλέως, ως μόνη διέξοδος απομένει ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους, ανταποκρινόμενος άλλωστε και προς τα αιτήματα των καιρών, με όλας τας εξ αυτού συνεπείας.

Εάν αυτό τελικώς επιδιώκεται, ας το συνειδητοποιήσουν οι πάντες, κυρίως οι εκ των εκκλησιαστικών ταγών αγοραίως πολυπραγμονούντες και Σουδαρχούντες.

9. Ελευθέρου ανδρός τα αληθή λέγειν, έστω με πόνον ψυχής. Με τοιούτον γνώμονα κατεστρώθηκαν και αι προηγηθείσαι σκέψεις.

Ας υπομνησθή: από άνθρωπον με αληθή εις την Ορθοδοξίαν πίστιν· ο οποίος και ως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, χωρίς προηγούμενον, πρώτος αυτός, αλλά ούτε και συνέχειαν, επανειλημμένως εξήρε δημοσίως την συμβολήν της Ορθοδοξίας εις την συντήρησιν της εθνικής μας κοινότητος. Αλλά και ο οποίος είναι πρώτον Ελλην και ύστερα ό,τι δήποτε άλλο. Και αυτονοήτως, προτάσσει τα συμφέροντα της κατατρεγμένης εθνικής μας κοινότητος έναντι πάντων.

Και φυσικά, έναντι ευτελών επιδιώξεων διοικητικής πρωταρχίας κενοδόξων εκκλησιαστικών ηγετών, εφ' όσον αυταί, πολιτικόν σκοπόν υπηρετούσαι, καταφανώς βλάπτουν την Ελλάδα και τον Ελληνισμόν.

Νέα Πεντέλη, 8η Οκτωβρίου 2003

[ Παντεπίκαιρα | www.pantepikaira.zzl.org/keim4.html  -  19 Οκτωβρίου 2003 ]